Η Διδασκαλία της Δεύτερης Γλώσσας στους Μετανάστες

31 01 2009

ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ[1]

Χρίστος Αλεξανδρίδης

Καθηγητής ξένων γλωσσών

Παρόλο που η διδασκαλία της δεύτερης γλώσσας στους μετανάστες εντάσσεται στα πλαίσια της διδακτικής των ξένων γλωσσών, παρουσιάζει εντούτοις αρκετές ιδιαιτερότητες που έχουν να κάνουν τόσο με την προσωπική ιστορία του καθενός, όσο και με την ιδιομορφία των συνθηκών επαφής των μεταναστών με την πραγματικότητα της χώρας υποδοχής.

Είναι γνωστό ότι ο μετανάστης έχει αναγκαστεί ν’ αφήσει τη χώρα του και τα αγαπημένα του πρόσωπα για ν’ αναζητήσει καλύτερη τύχη αλλού ή για ν’ αποφύγει διακρίσεις και κάθε είδους διώξεις. Όταν φτάνει στη χώρα υποδοχής είναι ήδη μια διαμορφωμένη προσωπικότητα και επομένως φορέας ενός πολιτισμού και του γλωσσικού οργάνου έκφρασής του, που διαφέρουν κατά κανόνα ριζικά από εκείνα του νέου περιβάλλοντος στο οποίο είναι υποχρεωμένος να ζει και να εργάζεται. Το πέρασμα αυτό όμως από μια κοινωνικο-πολιτισμική πραγματικότητα σε μια άλλη δημιουργεί το αποκαλούμενο πολιτισμικό σοκ, το οποίο με δυσκολία ξεπερνά κανείς. Αλλά και οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των μεταναστών δεν είναι οπωσδήποτε οι καλύτερες δυνατές. Όλα αυτά αποτελούν τις γενεσιουργές αιτίες κάθε είδους φραγμών που εμποδίζουν την ένταξη των ξένων στη νέα πραγματικότητα και την επικοινωνία μέσα σ’ αυτήν, άρα και την εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας.

Ας δούμε όμως κάπως πιο αναλυτικά πώς επιδρούν οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την περίπτωση των μεταναστών στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και πώς πρέπει να τις χειριστεί ο διδάσκων για να πετύχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα στη δουλειά του.

Δεν θα υπεισέλθουμε εδώ σε θέματα διδακτικής το αντικείμενο της οποίας θεωρείται γνωστό από τους διδάσκοντες τις ξένες γλώσσες.

1. Ο μετανάστης ως φορέας πολιτισμού

Στις άυλες αποσκευές του ο μετανάστης κουβαλάει, κοντά σε όλα τα άλλα, τη γνώση ενός ή περισσοτέρων κωδίκων επικοινωνίας, ένα μορφωτικό επίπεδο που ποικίλλει ανάλογα με τις περιπτώσεις, εδραιωμένες θρησκευτικές, πολιτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις και άρα μια προσωπική κοσμοθεωρία.

Το πολιτισμικό σοκ που, όπως εξηγήσαμε ήδη, δημιουργείται από την επαφή με τη νέα πραγματικότητα, η οποία πολλές φορές απαιτεί ριζικές αλλαγές στην προσωπικότητα του μετανάστη, ξεπερνιέται σταδιακά και με αρκετή προσπάθεια και κόπο.

Στην αρχή ο μετανάστης εντυπωσιάζεται και μάλιστα αισθάνεται και ευφορία από τη νέα κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί και από το τέλος των περιπετειών της μετακίνησής του. Σε ένα δεύτερο στάδιο αισθάνεται έντονη την επίδραση στην προσωπικότητά του των πολιτιστικών διαφορών και το γεγονός αυτό τον συγκλονίζει δημιουργώντας του δυσάρεστες καταστάσεις, τις οποίες επιτείνουν και παράγοντες που έχουν σχέση με την εργασία, τις συνθήκες διαβίωσης κ.α. Στο τρίτο στάδιο έχει προχωρήσει ήδη στην υιοθέτηση κάποιον στοιχείων της νέας πολιτιστικής πραγματικότητας, ενώ άλλα εξακολουθούν να μένουν ξένα. Ο μετανάστης με άλλα λόγια έχει αρχίσει να αποδέχεται τις διαφορές στον τρόπο σκέψης και έκφρασης. Στο τέταρτο στάδιο έχουμε μια αφομοίωση ή μια προσαρμογή, μια αποδοχή, με άλλα λόγια, του νέου πολιτισμού και εμπιστοσύνη στο «νέο» εγώ που έχει δημιουργηθεί στα πλαίσια της νέας κατάστασης.

Το μέγεθος του πολιτιστικού σοκ και το ξεπέρασμά του δεν διαφέρουν μόνο από άτομο σε άτομο, αλλά και από πολιτισμό σε πολιτισμό. Οι Ευρωπαίοι μετανάστες, για παράδειγμα, και κυρίως οι μεσογειακής προέλευσης προσεγγίζουν ευκολότερα την ελληνική πολιτιστική πραγματικότητα απ’ ότι οι Ασιάτες ή οι Αφρικανοί.

Μεταξύ πολιτιστικού σοκ και εκμάθησης της δεύτερης γλώσσας υπάρχει αλληλεπίδραση: ένα έντονο σοκ μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην προσέγγιση προς τη νέα γλώσσα, αλλά και η γλωσσική επάρκεια του μετανάστη μπορεί να τον διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό να ξεπεράσει τα εμπόδια και η ένταξή του να γίνει γρήγορα και με μεγαλύτερη ευκολία.

2. Οι πολιτιστικές διαφορές μέσα στην τάξη

Η γλώσσα, ως γνωστόν, είναι μέσο επικοινωνίας και φορέας πολιτισμού. Ο μετανάστης, επομένως, μέσω της γλώσσας θα μάθει και τον νεοελληνικό πολιτισμό. Βέβαια γι’ αυτόν η τάξη δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή γνώσης, γιατί καθημερινά βομβαρδίζεται από μηνύματα που έρχονται από διάφορες κατευθύνσεις και όλα αυτά αποτελούν γλωσσικές και πολιτιστικές εισροές (inputs).

Ο ρόλος του διδάσκοντα, ωστόσο, είναι σημαντικός γιατί βοηθάει στη συστηματοποίηση των γνώσεων, στην εξήγηση των πολιτιστικών διαφορών, στην ομαλή προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα, όπως εξηγήσαμε ήδη.

Για να είναι όμως ο διδάσκων αποτελεσματικός στη δουλειά του θα πρέπει να γνωρίζει στοιχεία πολιτισμού (αν είναι δυνατόν και γλώσσας) των χωρών προέλευσης των μεταναστών. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει αφενός να κατανοήσει καλύτερα τους μαθητές του, αφετέρου να εξομαλύνει τις πολιτιστικές διαφορές μέσα στην τάξη και να αποφύγει τυχόν παρεξηγήσεις που θα ήταν ικανές να βλάψουν την ομαλή εξέλιξη των μαθημάτων και τη διάθεση για μάθηση των μαθητών του. Σε μια τάξη, για παράδειγμα, όπου υπάρχουν μουσουλμάνοι μαθητές και μαθήτριες ο διδάσκων οφείλει να γνωρίζει ότι για θρησκευτικούς και πολιτισμικούς λόγους οι γυναίκες θα πρέπει να αποτελούν ξεχωριστή ομάδα από τους άντρες.

Οι διαφορές και οι ιδιαιτερότητες, αλλά και οι ενδεχόμενες ομοιότητες μεταξύ πολιτισμών, αφού εντοπιστούν, θα αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας και διαλόγου μέσα στην τάξη, χωρίς διάθεση σύγκρισης και κριτικής, για την καλύτερη προσέγγιση και επικοινωνία των μαθητών και την πολιτιστική και γλωσσική τους καλλιέργεια. Με κάθε ευκαιρία, φυσικά, θα πρέπει να τονίζεται ότι δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι, καλύτεροι και χειρότεροι πολιτισμοί και γλώσσες, αλλά μια υπέροχη ποικιλομορφία, που οφείλεται στις ιστορικές και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες κάθε λαού.

Ο μετανάστης, επειδή είναι υποχρεωμένος να συναναστρέφεται καθημερινά Έλληνες, έρχεται αντιμέτωπος πολλές φορές με τρόπους συμπεριφοράς που του είναι εντελώς ξένοι και γι’ αυτό ακατανόητοι και πολλές φορές ενοχλητικοί. Το γεγονός αυτό μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις και καμιά φορά και ένταση μέσα και έξω από το σχολείο.

Τα στερεότυπα αυτά ελληνικής συμπεριφοράς, που αποτελούν σημειωτέον στοιχεία πολιτισμού, θα πρέπει να αναλυθούν και ερμηνευθούν μέσα στην τάξη, να γίνει σύγκριση με αντίστοιχες καταστάσεις άλλων πολιτισμών και να βγουν τα κατάλληλα συμπεράσματα για την καλύτερη κατανόηση και επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών. Για παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη χρήση του τύπου ευγενείας στην καθημερινή ομιλία. Η τήρηση των τύπων ευγενείας στη γλώσσα μας δεν είναι και τόσο αυστηρή, όπως σε άλλες γλώσσες. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει για πολλούς ξένους έλλειψη σεβασμού. Αλλά και ο συνήθως ανεβασμένος τόνος φωνής μεταξύ Ελλήνων συνομιλητών μπορεί να οδηγήσει πολλούς ξένους στο συμπέρασμα ότι αυτοί φιλονικούν.

Ο μετανάστης, κατά συνέπεια, θα πρέπει παράλληλα προς τη γλώσσα να μάθει να κατανοεί και τις συμπεριφορές αυτές, γιατί με τον τρόπο αυτό θα πλησιάσει ευκολότερα τους άλλους, θα αποφευχθούν τα πολιτισμικά και γλωσσικά στεγανά μέσα σε μια κοινωνία και θα προαχθεί η πολυπολιτισμικότητα.

3. Ο μετανάστης ως μαθητής

Ο χειρισμός του μετανάστη μέσα στην τάξη υπόκειται στους κανόνες εκπαίδευσης των ενηλίκων λαμβανομένων πάντα υπόψη των ιδιαιτεροτήτων που εξηγήσαμε πιο πάνω.

Κατ’ αρχάς πρέπει να επαναλάβουμε ότι το σχολείο δεν αποτελεί για το μετανάστη τη μοναδική πηγή εκμάθησης της δεύτερης γλώσσας. Το ευρύτερο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον εκπέμπει συνεχώς σωρεία γλωσσικών μηνυμάτων (οπτικών και ακουστικών κυρίως) που αποτελούν για το μετανάστη μια πρόκληση προς την οποία αντιδρά υποχρεωτικά χρησιμοποιώντας, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, και αυτός τον ίδιο κώδικα των εκπεμπομένων μηνυμάτων, προκειμένου να επικοινωνήσει όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά. Έτσι αρχίζει σιγά σιγά να μαθαίνει τη δεύτερη γλώσσα (τα ελληνικά στην προκειμένη περίπτωση) και με το πέρασμα του χρόνου οι γλωσσικές αυτές εισροές αποτελούν ένα υπολογίσιμο υπόβαθρο επάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η γλωσσική του πρόοδος. Με τον καιρό οι ανάγκες για επικοινωνία εξειδικεύονται και παίρνουν νέες και περίπλοκες μορφές οπότε προβάλλουν επιτακτικοί οι λόγοι επέκτασης, εμβάθυνσης και συστηματοποίησης των γνώσεων, γεγονός που θα οδηγήσει το μετανάστη στο κατώφλι του σχολείου. Όταν αποφασίσει πια να μπει στην τάξη μπορεί να γνωρίζει ήδη αρκετά καλά τη γλώσσα, έστω και αν το επίπεδο της γλωσσικής του επάρκειας αντανακλά τον περιορισμένο χώρο δράσης του μετανάστη.

Είναι προφανές ότι από το σχολείο προσδοκά συγκεκριμένα πράγματα που έχουν σχέση τόσο με την κάλυψη των γλωσσικών του αναγκών επικοινωνίας (δυνατότητα ανάγνωσης και κατανόησης απλών κειμένων, συμπλήρωση εντύπων, σύνταξη αιτήσεων, προφορική επικοινωνία για τρέχοντα ζητήματα που έχουν σχέση με την καθημερινότητα και την εργασία κ.α.), όσο και με θέματα κοινωνικοποίησης και πολιτιστικής ενσωμάτωσής του.

Διαφορετική είναι φυσικά η κατάσταση όσων έχουν λίγο χρόνο παραμονής στη χώρα υποδοχής. Οι γνώσεις τους στη δεύτερη γλώσσα είναι μηδαμινές έως ελάχιστες γι’ αυτό και οι απαιτήσεις τους δεν είναι τόσο εξειδικευμένες. Αυτούς το σχολείο θα τους αντιμετωπίσει, βέβαια, ως αρχάριους εντάσσοντάς τους σε ξεχωριστά τμήματα και καταρτίζοντας ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα.

Όπως εξηγήσαμε ήδη ο μετανάστης ως ενήλικας είναι ήδη μια διαμορφωμένη προσωπικότητα και αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά τη διάρκεια της μαθησιακής διαδικασίας. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα αντίδρασης εκ μέρους του σε θέματα που μπορούν να θίξουν την προσωπικότητά του ή να την θέσουν υπό αμφισβήτηση, γεγονός που είναι δυνατόν να δημιουργήσει συναισθηματικούς φραγμούς στην εκμάθηση της δεύτερης γλώσσα.

Ο ενήλικας μαθητής συνήθως δεν επιθυμεί να του συμπεριφέρονται μέσα στην τάξη σαν να ήταν μικρός μαθητής, να καθοδηγείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση από το διδάσκοντα. Θέλει να παίρνει πρωτοβουλίες και να συμμετέχει στις αποφάσεις που τον αφορούν, να γνωρίζει εάν το σχολείο μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του και το κατά πόσο υπάρχει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα το οποίο ακολουθείται με σοβαρότητα και συνέπεια. Κάνει συχνά εκτίμηση της κατάστασης και της πορείας του και επιθυμεί να είναι αυτόνομος στη μάθησή του, οπότε αυτό που ζητά από το διδάσκοντα είναι να τον διευκολύνει προς αυτή την κατεύθυνση δίνοντάς του όλα τα απαραίτητα εφόδια.

Ο ενήλικας γενικά, ακόμη και αν είναι μετανάστης, έχει μεγάλη εκτίμηση στον εαυτό του, θέλει να κάνει προόδους και αυτές να είναι φανερές και στους άλλους, φοβάται μην εκτεθεί, γι’ αυτό είναι λιγότερο «φυσικός» μέσα στην τάξη και σκέφτεται αρκετά πριν απαντήσει στις ερωτήσεις του διδάσκοντα.

Μερικές φορές εξ άλλου το επίπεδο των μεταναστών μας είναι υψηλό και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι γνωρίζουν ήδη άλλες ξένες γλώσσες τις οποίες διδάχθηκαν πριν έρθουν στη χώρα υποδοχής με έναν ορισμένο τρόπο, διαφορετικό από την εφαρμοζόμενη διδακτική μέθοδο. Αυτό είναι δυνατόν να προκαλέσει δυσκολίες προσαρμογής στη νέα κατάσταση

Ένα επιπλέον σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες μαθητές είναι η αδυναμία τους πολλές φορές να παρακολουθούν ανελλιπώς τα μαθήματα, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τη θέλησή τους. Η λύση κατά κανόνα στις περιπτώσεις αυτές βρίσκεται στις συχνές επαναλήψεις, ο οποίες όμως από ένα σημείο και ύστερα κουράζουν τους τακτικότερους μαθητές και επιβραδύνουν γενικά την πρόοδο της τάξης.

4. Ο χειρισμός του μετανάστη μαθητή

Η πρώτη ενέργεια του διδάσκοντα σε μια τάξη μεταναστών είναι η δημιουργία ανθρώπινης επαφής μεταξύ των μαθητών, συντροφικότητας, αλληλεγγύης, παρά τις διαφορετικότητες που οπωσδήποτε θα υπάρχουν. Παράλληλα όμως θα πρέπει να κάνει τους μαθητές να νοιώσουν ότι είναι αποδεκτοί σαν ξεχωριστές προσωπικότητες μέσα στα πλαίσια της ομάδας και να κατανοήσουν ότι η ιδιαιτερότητα του ενός συμπληρώνει την ιδιαιτερότητα του άλλου. Έτσι, μέσω της αλληλοκατανόησης, οι μαθητές θα μάθουν να συνεργάζονται και να λειτουργούν κατά ομάδες, μέθοδος απαραίτητη για την εκμάθηση μιας νέας γλώσσας.

Η συμβολή του διδάσκοντα είναι επίσης αποφασιστική στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης τόσο μεταξύ των μαθητών όσο και προς το πρόσωπό του και έχει να κάνει, συν τοις άλλοις, και με την τήρηση κανόνων συμπεριφοράς και λειτουργίας του σχολείου και της τάξης.

Γενικά ο διδάσκων θα πρέπει να δώσει να καταλάβουν οι μαθητές του ότι αυτοί αποτελούν το κέντρο του διδακτικού ενδιαφέροντος και ότι ο ίδιος βρίσκεται εκεί με την ιδιότητα του συντονιστή και του εμψυχωτή και όχι με εκείνη της αυθεντίας στην οποία πρέπει οι πάντες να υποκλίνονται. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να χάσει τον έλεγχο της τάξης επιτρέποντας ατομικές ή ομαδικές παρεκκλίνουσες συμπεριφορές που μπορεί να προσβάλουν τους άλλους και να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στη μαθησιακή διαδικασία.

Θα θέλαμε να κλείσουμε το μικρό αυτό πόνημα με τις απόψεις των Serragiotto και Celentin σύμφωνα με τις οποίες ο σκοπός της γλωσσικής εκπαίδευσης του μετανάστη θα πρέπει να είναι ο εφοδιασμός του με όλες τις κατάλληλες γνώσεις που θα του επιτρέψουν να κάνει μια σε βάθος ανάλυση του κοινωνικού ιστού μέσα στον οποίο καλείται να ζήσει. Αυτό σημαίνει ότι θα του δοθούν τα ερμηνευτικά εργαλεία, οι παράμετροι και οι εννοιολογικές δομές που θα του επιτρέψουν να έρθει σε επαφή με τον άλλο, με τον διαφορετικό με τρόπο κριτικό και εποικοδομητικό. Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιου είδους προσέγγισης δεν έχουν να κάνουν μόνο με τη γλωσσική επάρκεια, αλλά αφορούν ολόκληρη την προσωπικότητα του μετανάστη.

Βιβλιογραφία

Baldoni P.E. Aprendere e insegnare la comunicazione interculturale

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=381

Baldoni P.E. Introduzione alla comunicazione interculturale

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=382

Baldoni P.E. Problemi interculturali con studenti adulti

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=383

Celentin P. Serragiotto G. Il fattore culturale nell’ insegnamento della lingua

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=433

Luise C.M. Approcci e metodi della glottodidattica

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=465

Zorzi D. Dalla competenza comunicativa alla competenza comunicativa

interculturale

http://venus.unive.it/aliasve/index.php?name=EZCMS&page_id=467


[1] Δεύτερη γλώσσα (L2) είναι η γλώσσα που μαθαίνει κανείς (μετανάστης, σπουδαστής κ.τ.λ.) έξω από τη χώρα καταγωγής του.

Ξένη γλώσσα είναι η μη μητρική ή εθνική γλώσσα που μαθαίνει κανείς μέσα στη χώρα καταγωγής του.

Advertisements